ΑΥΤΟ-ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΙΛΙΑ

Τι είναι η φιλία; Γιατί αποτελεί πολύτιμο αγαθό; Πόσα και ποια είναι τα είδη της; Ποιο είδος φιλίας είναι το ανώτερο και γιατί; Υπάρχει φιλία ανάμεσα σε ανθρώπους και ζώα;

Του Ευάγγελου Παπανούτσου (“Πρακτική Φιλοσοφία“, εκδόσεις Δωδώνη)

Τα έντεκα πρώτα κεφάλαια του όγδοου βιβλίου (Θ) της Νικομάχειας “Ηθικής” του τα έχει αφιερώσει ο Αριστοτέλης στην ανάλυση του θέματος [“φιλία”]. Μέσα στην παγκόσμια γραμματεία δύσκολα – νομίζω – μπορεί να βρει κανείς ένα τόσο λαμπρό “δοκίμιο περί φιλίας”. Αξίζει να συνοψίσω εδώ τις κύριες σκέψεις του.

Η φιλία, λέγει ο Σταγειρίτης, είναι “αναγκαιότατον”.

Πρώτα στους νέους “προς το αναμάρτητον”. Ο φίλος είναι ο παραστάτης που θα ενθαρρύνει και θα βοηθήσει τον νέο άνθρωπο να μη κάνει σφάλματα (ανοησίες, αστοχίες, απρέπειες), ο οδηγός στο σωστό δρόμο, ο επίκουρος στις κακοτοπιές της ζωής.

Έπειτα στους πολύ ηλικιωμένους. Αυτοί χρειάζονται την παραμυθία, την περίθαλψη, τη φροντίδα του φίλου, επειδή είναι πολύ φυσικό να μη μπορούν να αντιμετωπίζουν τις ανάγκες τους από σωματικήν ανεπάρκεια ή πνευματικήν αδυναμία.

Τέλος, σ’ εκείνους που βρίσκονται στην ακμή της ηλικίας τους ο φίλος είναι βοηθός “προς τας καλάς πράξεις”, σύμβουλος και συνεργάτης στα “καλά” έργα (1155a 12-14).

Το γιατί έχουμε τόσην ανάγκη του φίλου, σε όλες τις φάσεις της ζωής, είναι φανερό:

Όταν πάνε δύο-δύο οι άνθρωποι (“συν τε δύο ερχομένω”, όπως λέει ένας ομηρικός στίχος), γίνονται ικανοί και καλύτεροι να αντιλαμβάνονται και να κρίνουν, και πράξεις να κάνουν δυσκολότερες και τελειότερες (15-16).

Η φιλία είναι πολυτιμότερη και από τη δικαιοσύνη.

Αυτή συγκρατεί στενά ενωμένες και συμπαγείς τις πόλεις, και οι νομοθέτες γι’ αυτήν νοιάζονται πιο πολύ παρά για τη δικαιοσύνη (24-25).

Όταν είμαστε φίλοι με τους συμπολίτες μας, δεν χρειαζόμαστε τη δικαιοσύνη κανόνα στις πράξεις μας – σαν φίλοι, θα συμπεριφερόμαστε πάντοτε με τον καλύτερο τρόπο. Ενώ και αυτοί οι δίκαιοι έχουν ανάγκη φίλων – μόνη η δικαιοσύνη δεν τους φτάνει (26-27).

Η μια λοιπόν μπορεί να υπάρξει (και να αρκέσει) χωρίς την άλλη. Αλλά ποια από τις δύο; Η φιλία, όχι η δικαιοσύνη.

Τι είναι η φιλία;

“Εύνοια”, φυσικά – λέγει ο Αριστοτέλης. Να έχεις δηλαδή καλές διαθέσεις απέναντι σ’ έναν άνθρωπο, να αισθάνεσαι στοργή γι’ αυτόν, να επιζητείς τη συντροφιά του και να θέλεις την ευτυχία του. Αλλά “εὔνοια ἐν ἀντιπεπονθόσι” (1155b 33-34):

Να είσαι εύνους προς κάποιον και αυτός εύνους προς εσένα. Να υπάρχει ανταπόκριση, αμοιβαιότητα στα αισθήματά σας, να τον αγαπάς και να τον τιμάς κι εκείνος επίσης να σε αγαπά και να σε τιμά.

Γι’ αυτό, όσο τρυφερές κι αν είναι οι σχέσεις μας με τα άψυχα, δεν λέγονται φιλία (27-28). Όταν αγαπούμε ένα άψυχο πράγμα (ένα λουλούδι, ένα κομψοτέχνημα, μια γωνιά του σπιτιού μας) αυτό που αισθανόμαστε δεν είναι φιλία – “οὐ γάρ ἐστιν ἀντιφίλησις”. Εκείνο δεν μας αγαπά, εμείς μόνο το αγαπούμε.

(Με το νόημα τούτο θα μπορούσε ίσως να υπάρξει φιλία του ανθρώπου με τα ζώα, αφού όσοι τα αγαπούν πιστεύουν ότι και εκείνα τους ανταποδίδουν την τρυφερότητα με τη συμπάθεια, την αφοσίωση, τις θωπείες τους).

Τις καλές σχέσεις μας προς τους συνανθρώπους μπορούμε να τις κατατάξομε σε κατηγορίες αντίστοιχες προς τα είδη των “φιλητῶν” (των αξιαγάπητων) πραγμάτων.

Τρία είναι, κατά τον Αριστοτέλη, τα φιλητά: το “ἀγαθὸν”, το “ἡδὺ” και το “χρήσιμον”. Κάτι τι το λογαριάζομε, το χαιρόμαστε και το επιθυμούμε, επειδή είναι αγαθό, ή ευχάριστο, ή χρήσιμο.

Το χρήσιμο αντιπροσωπεύει μιαν υποδεέστερη, υποτακτικήν αξία, γιατί είναι απλώς μέσον να επιτύχομε κάτι άλλο (Instrumental λέγονται στη σύγχρονη φιλοσοφική γλώσσα οι αξίες του είδους τούτου).

Το ηδύ είναι επίσης δευτέρου επιπέδου φιλητόν.

Χρήσιμο και ηδύ δεν μπορούν ποτέ ν’ αποτελέσουν επιδιώξεις αυτάξιες – μόνο το αγαθόν έχει αξία αυτό καθαυτό και είναι επιθυμητό ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σκοπιμότητα, αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό του.

Με την ίδια βάση μπορούμε να διακρίνομε και τρία είδη φιλικών σχέσεων: “διὰ τὸ χρήσιμον”, δι᾽ ἡδονήν”, “διὰ τὸ ἀγαθὸν”.

Στην πρώτη περίπτωση συνδεόμαστε μ’ έναν άνθρωπο επειδή ο ένας μας είναι στον άλλο χρήσιμος (για τις υποθέσεις, τις ανάγκες, τη σταδιοδρομία, τις πολιτικές φιλοδοξίες μας κτλ.).

Στη δεύτερη, διατηρούμε στενές σχέσεις μαζί του, επειδή μας προξενεί ευχαρίστηση (είναι διασκεδαστικός, έξυπνος συνομιλητής, επιδέξιος συμπαίκτης κτλ.).

Και στις δύο περιπτώσεις “αγαπούμε” τον άλλο κι εκείνος μας “αγαπά” όχι για την ανθρώπινη ποιότητά μας, επειδή δηλαδή είμαι εγώ αυτός που είμαι και είναι εκείνος αυτός που είναι (κατά το σώμα και την ψυχή, το ήθος, το πνεύμα), αλλά επειδή κάτι άλλο περιμένομε απ’ αυτόν και αυτός από εμάς, ένα κέρδος (υλικό ή ηθικό) ή μιαν απόλαυση (την τέρψη της ευχάριστης συναναστροφής).

“Οἱ μὲν οὖν διὰ τὸ χρήσιμον φιλοῦντες ἀλλήλους οὐ καθ᾽ αὑτοὺς φιλοῦσιν, ἀλλ᾽ ᾗ γίνεταί τι αὐτοῖς παρ᾽ ἀλλήλων ἀγαθόν. ὁμοίως δὲ καὶ οἱ δι᾽ ἡδονήν· οὐ γὰρ τῷ ποιούς τινας εἶναι ἀγαπῶσι τοὺς εὐτραπέλους, ἀλλ᾽ ὅτι ἡδεῖς αὑτοῖς…” (1156a 10-14) [Αυτοί λοιπόν που αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για τη χρησιμότητα, δεν αγαπούν τον άλλον καθεαυτόν, αλλά για το αγαθό που μπορεί να πάρει από αυτόν. Το ίδιο και στην περίπτωση που οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για χάρη της ευχαρίστησης· πραγματικά, οι άνθρωποι αγαπούν τους χαριτολόγους όχι για τον χαρακτήρα τους, αλλά γιατί τους είναι ευχάριστοι…]

Και τα δύο είδη των σχέσεων τούτων είναι, κατά τον Αριστοτέλη, φιλίες “κατὰ συμβεβηκός” (17), τυχαίες και εφήμερες, όχι ουσιαστικές και μόνιμες.

Ο λόγος φανερός:

Το χρήσιμο υπόκειται στη μεταβολή. Ό,τι είναι χρήσιμο για μένα σήμερα και σ’ αυτή την περίσταση δεν θα είναι πλέον αύριο όταν αλλάξουν οι συνθήκες της ζωής μου.

Το ίδιο και η ηδονή. Περνούν τα χρόνια, ωριμάζω, σοβαρεύομαι, δεν με διασκεδάζουν πλέον τα αστεία, τα τραγούδια, οι χοροί κτλ., και τότε ο ” δι᾽ ἡδονήν” φίλος δεν μου προσφέρει πια εκείνο που έβρισκα άλλοτε στην συναναστροφή μαζί του.

Για τούτο οι φιλίες που συνάπτονται με αυτές τις διαθέσεις είναι ευδιάλυτες (19-21).

Του τρίτου είδους ο φιλικός δεσμός, λέγει ο Έλληνας φιλόσοφος, είναι η τέλεια, η ουσιαστική και ακατάλυτη φιλία:

“Τελεία δ᾽ ἐστὶν ἡ τῶν ἀγαθῶν φιλία καὶ κατ᾽ ἀρετὴν ὁμοίων· οὗτοι γὰρ τἀγαθὰ ὁμοίως βούλονται ἀλλήλοις ᾗ ἀγαθοί, ἀγαθοὶ δ᾽ εἰσὶ καθ᾽ αὑτούς” (1156b 7-9) [Τέλεια είναι η φιλία αυτών που είναι αγαθοί και όμοιοι στην αρετή· γιατί οι άνθρωποι αυτοί θέλουν με τον ίδιο τρόπο ο ένας το καλό του άλλου, και μόνο για τον λόγο ότι είναι άνθρωποι αγαθοί (= κατά το μέτρο, ενόσω και καθόσον είναι αγαθοί), και αγαθοί καθεαυτούς (= σαν άνθρωποι που αξίζουν, όχι για κάτι άλλο, παρά γιατί είναι αυτοί που είναι, δηλαδή “αγαθοί”).]

Τον κάνω συντροφιά, τον τιμώ, τον αγαπώ, με κάνει συντροφιά, με τιμά, με αγαπά, όχι επειδή περιμένω απ’ αυτόν ή εκείνος περιμένει από μένα ωφέλεια (με όλο που βέβαια και μπορώ και θα τον ωφελήσω, όπως και εκείνος επίσης, και μπορεί και θα με ωφελήσει), ούτε επειδή μου είναι ευχάριστος και του είμαι ευχάριστος (με όλο που πραγματικά αισθανόμαστε ευχαρίστηση ο ένας κοντά στον άλλο), αλλά επειδή όντας ο καθένας μας αυτός που είναι μοιάζομε ο ένας στον άλλο – η όμοιότητά μας βρίσκεται στην ανθρώπινη αξία μας, στο υψηλό ποιόν της ανθρωπιάς μας.

Αυτή την έννοια έχουν μέσα στο αριστοτελικό κείμενο οι φράσεις “ᾗ ἀγαθοί” και “κατ᾽ ἀρετὴν ὅμοιοι”.

Αρετή δεν είναι στα ελληνικά χείλη μια ορισμένη κατά το περιεχόμενό της ηθική ιδιότητα, σύμφωνα με τη σημερινή μας αντίληψη, αλλά γενικά και περιληπτικά το ποιόν (ή το ήθος) του ανθρώπου, εδώ του ανθρώπου, ως ανθρώπου, όντος που έχει την αξία του στον ίδιο τον εαυτό του, και από τον ίδιο τον εαυτό του.

Η τέλεια λοιπόν φιλία είναι συνάντηση και δεσμός δύο προσώπων απάνω στον ίδιο ηθικό άξονα, στην ίδια αξιολογική κλίμακα.

Θεμέλιο και εγγύηση της αγάπης τους είναι η “αρετή”, και επειδή η αρετή είναι “κτήμα ες αεί” του ανθρώπου, ούτε αλλοτριώνεται ούτε φθείρεται, οι φιλίες που δημιουργούνται απάνω σ’ αυτή τη βάση είναι σταθερές και μόνιμες, αδιάλυτες:

“Διαμένει οὖν ἡ τούτων φιλία ἕως ἂν ἀγαθοὶ ὦσιν, ἡ δ᾽ ἀρετὴ μόνιμον” (11-12) [Διαρκεί λοιπόν η φιλία αυτών των ανθρώπων για όσο διάστημα αυτοί είναι αγαθοί — και η αρετή είναι κάτι το μόνιμο].

Μια διευκρίνηση είναι στο σημείο τούτο απαραίτητη.

Ωφέλεια και τέρψη – καθώς σημειώσαμε ήδη – προσφέρει ο αγαθός φίλος στον όμοιό του (13-16), δεν είναι όμως αυτός ο λόγος που έφερε τον ένα κοντά στον άλλο και τους κρατεί ενωμένους. Τούτο συμβαίνει μόνο στις σχέσεις των φαύλων: αυτοί γίνονται φίλοι για το “χρήσιμον” και την “ἡδονήν”, επειδή σ’ αυτά ακριβώς, στη χρησιμοθηρία και στην ηδονολατρεία, μοιάζουν. Οι αγαθοί όμως είναι φίλοι επειδή ταιριάζουν στο ανθρώπινο ποιόν, στην αρετή, στο ότι δηλαδοί είναι αγαθοί (1157a 16-20, 1157b 2-4).

Γι’ αυτό η φιλία των αγαθών είναι τέλεια. Περιέχει τις άλλες δύο υποδεέστερες μορφές του φιλικού δεσμού, τη φιλία ” διὰ τὸ χρήσιμον” και τη φιλία “δι’ ἡδονήν”, αλλά και τις υπερβαίνει, πηγαίνει πολύ υψηλότερα απ’ αυτές, αφού η αγάπη και η χαρά του αγαθού φίλου προς τον αγαθό φίλο είναι εμπιστοσύνη και εκτίμηση στην κοινή “αρετή”.

Και επειδή ο θησαυρός αυτός δεν είναι μέγεθος μεταβλητό, όπως η ωφέλεια και η τέρψη, αλλά άφθαρτος και αναπαλλοτρίωτος, οι φιλίες των “ἀγαθῶν” ανθρώπων είναι αρραγείς, ενώ “τὰς τῶν φαύλων συνηθείας ὀλίγος χρόνος διέλυσε” (Ισοκράτης) [“τις συναναστροφές των φαύλων λίγος χρόνος τις διαλύει”].

Θα ήταν άτοπο ή και προσβολή να θέσει κανείς στον “αγαθό” το ερώτημα: γιατί έχει τόσο στενά συνδεθεί μ’ έναν όμοιό του, πού αποβλέπει ή τι σκοπό έχει αυτός ο δεσμός;

Εάν απαιτήσομε απάντηση, θα μας αποκριθεί:

“ὁ γὰρ ἀγαθὸς φίλος γινόμενος ἀγαθὸν γίνεται ᾧ φίλος. ἑκάτερος οὖν φιλεῖ τε τὸ αὑτῷ ἀγαθόν, καὶ τὸ ἴσον ἀνταποδίδωσι τῇ βουλήσει καὶ τῷ ἡδεῖ· λέγεται γὰρ φιλότης ἰσότης” (1157b 33-36) [“γιατί ο αγαθός άνθρωπος, όταν γίνει φίλος, γίνεται ένα αγαθό για τον φίλο του. Ο καθένας λοιπόν από τους δύο αγαπάει αυτό που είναι αγαθό για τον ίδιο και ανταποδίδει το ίσον, καθώς επιθυμεί το καλό του άλλου και του είναι ευχάριστος – εξού και ο παλαιός λόγος: «η φιλία είναι ισότητα»”].

Με άλλους λόγους:

Τον τιμώ και τον αγαπώ σαν αυτάξιο αγαθό. Το ίδιο κι αυτός, με τιμά και με αγαπά σαν αυτάξιο αγαθό. Ο άνθρωπος, μοναδικό στο είδος του ηθικό ον, είναι αγαθό ανεκτίμητο που δεν ανταλλάσσεται με κανένα άλλο, για έναν άνθρωπο πάλι που ξέρει να το ιδεί και να το χαρεί στον άλλο, όπως το βλέπει και το χαίρεται μέσα στον εαυτό του. Το «ἴσον» λοιπόν ανταποδίδω στο φίλο μου, και εκείνος σ’ εμένα. Φιλότης λέγεται αυτή ακριβώς η ισότης.

%d bloggers like this: