ΑΥΤΟ-ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ΤΟ ΠΑΡΟΝ, ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ, ΚΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΣΟΥ

Καλά θα κάναμε να έχουμε διαρκώς κατά νου ότι η σημερινή ημέρα έρχεται μόνο μία φορά και ποτέ άλλοτε.

Του Arthur Schopenhauer (από το βιβλίο “Εγχειρίδιο πρακτικής σοφίας – Συμβουλές για μία ευτυχισμένη ζωή” – Μετάφραση: Δημήτρης Υφαντής – Εκδόσεις ΡΟΕΣ)

Ένα σημαντικό στοιχείο της πρακτικής σοφίας της ζωής συνίσταται σην ορθή αναλογία βάσει της οποίας αφιερώνουμε την προσοχή μας εν μέρει στο παρόν κι εν μέρει στο μέλλον, προκειμένου να μην υπονομεύει το ένα το άλλο. Πολλοί άνθρωποι, οι επιπόλαιοι, είναι υπερβολικά αφοσιωμένοι στο παρόν. Άλλοι πάλι, οι φοβισμένοι και ανήσυχοι, στο μέλλον.

Σπάνια τηρεί κάποιος εδώ το μέτρο.

Όσοι με την όρεξη και την ελπίδα τους ζουν μόνο στο μέλλον, έχουν το βλέμμα τους στραμμένο πάντοτε μόνο προς τα εμπρός και σπεύδουν ανυπόμονοι σε αντάμωση των μελλοντικών πραγμάτων -τα οποία και θα πρωτοφέρουν, υποτίθεται, την αληθινή ευτυχία-, αφήνοντας στο μεταξύ το παρόν να παρέρχεται χωρίς να του δίνουν προσοχή και να το απολαμβάνουν, δεν διαφέρουν, παρά το σοφό τους προσωπείο, από εκείνους τους γαϊδάρους στην Ιταλία, το βήμα των οποίων επιταχύνεται χάρη σε μία δέσμη σανό στερεωμένη με μία ράβδο στο κεφάλι τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να την βλέπουν διαρκώς μπροστά στα μάτια τους και να ελπίζουν ότι, προχωρώντας, θα την φθάσουν.

Τούτοι οι άνθρωποι κλέβουν οι ίδιοι από τον εαυτό τους όλη τους την ύπαρξη, καθώς ζουν διαρκώς ad interim [προσωρινά] -μέχρι που πεθαίνουν.

Αντί, λοιπόν, ν’ ασχολούμαστε αποκλειστικά και διαρκώς με τα σχέδια και τις έγνοιες του μέλλοντος ή και να παραδιδόμαστε στην νοσταλγία του παρελθόντος, δεν θα έπρεπε ποτέ να λησμονούμε ότι μόνο το παρόν είναι πραγματικό, μόνον αυτό είναι βέβαιο, ότι το μέλλον αποβαίνει πάντοτε διαφορετικό απ’ ό,τι το φανταζόμαστε και ότι και το παρελθόν ακόμη ήταν διαφορετικό απ’ ό,τι το έχουμε στον νου, και συγκεκριμένα κατά τέτοιο τρόπο που και τα δύο, μέλλον και παρελθόν, έχουν συνολικά λιγότερη σημασία απ’ ότ,ι μας φαίνεται, καθώς η απόσταση, η οποία σμικρύνει τα άντικείμενα για το μάτι, τα μεγεθύνει για την σκέψη.

Το παρόν και μόνον είναι αληθές και πραγματικό: αυτό είναι ο πλήρης περιεχομένου χρόνος, και αποκλειστικά σ’ αυτό έγκειται η ύπαρξή μας.

Ως εκ τούτου, καλά θα πράτταμε να το τιμάμε πάντοτε με μία ευφρόσυνη υποδοχή, ν’ απολαμβάνουμε, συνεπώς, συνειδητά κάθε στιγμή υποφερτή και χωρίς άμεσες αντιξοότητες ή πόνους ως τέτοια, να μην την βαραίνουμε δηλ. με σκυθρωπούς μορφασμούς λόγω ελπίδων που δεν εκπληρώθηκαν στο παρελθόν ή εγνοιών που αφορούν στο μέλλον, διότι, βέβαια, είναι εξαιρετικά ανόητο ν’ αποδιώχνει κανείς μία ευχάριστη παρούσα στιγμή ή να την βαραίνει εκούσια εξαιτίας της πίκρας για τα παρελθόντα ή της έγνοιας για τα μέλλοντα.

Στην έγνοια, ακόμη και στην μετάνοια, ας αφιερώνεται η ορισμένη γι’ αυτές ώρα -κατόπιν, όμως, πρέπει κανείς να σκέπτεται για μεν τα γενόμενα:

αλλά ό,τι έχει ήδη γίνει το αφήνουμε, αν και αδικημένοι,
και την ψυχή στα στήθη μας δαμάζουμε εξ ανάγκης

[Ιλιάδα, Σ, 112-113]

για δε τα μέλλοντα:

μα στων θεών είναι όλα αυτά το χέρι αν θα τελέψουν

[Οδύσσεια, Α, 267]

ενώ, αντίθετα, για τα παρόντα:

να θεωρείς την κάθε μία ημέρα ως μία ζωή

[Σενέκας]

ώστε να κάνει αυτόν τον μόνο πραγματικό χρόνο όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο για λογαριασμό του.

Όντως δικαιολογημένα, μας ταράζουν μόνον εκείνα τα μελλοντικά δεινά που είναι βέβαια τόσο ως προς το “ότι” όσο και ως προς το “πότε” θα συμβούν. Εντούτοις, τέτοια μελλοντικά δεινά είναι λίγα, τα περισσότερα είναι είτε απλώς δυνατά ή έστω πιθανά, είτε βέβαια μεν, όμως εντελώς αόριστα ως προς την χρονική στιγμή κατά την οποία θα συμβούν.

Εάν τώρα υποκύψει κανείς και στην έγνοια για τέτοιου είδους δεινά, τότε δεν θα έχει πλέον ούτε μία ήσυχη στιγμή.

Κατά συνέπεια, και προκειμένου να μην απολέσουμε την ηρεμία στην ζωή μας εξαιτίας αβέβαιων ή αόριστων δεινών, πρέπει να συνηθίσουμε να θεωρούμε τα μεν αβέβαια σαν να επρόκειτο να μην συμβούν ποτέ, τα δε αόριστα σαν να ήταν βέβαιο ότι δεν θα συμβούν στο εγγύς μέλλον.

Όσο, όμως, ο φόβος μάς αφήνει στην ησυχία μας, τόσο περισσότερο μας άνησυχούν οι επιθυμίες, οι πόθοι, οι αξιώσεις.

Τό τόσο δημοφιλές τραγούδι του Goethe «Ich hab’ meine Sache auf nichts gestelltn» [«Έχω στρέψει την επιθυμία μου στο τίποτε»] δηλώνει στην πραγματικότητα ότι ο άνθρωπος, μόνον αφού πρώτα αναγκασθεί να παραιτηθεί από τις όποιες αξιώσεις του και να επανέλθει στην γυμνή και απέριττη ύπαρξη, καταφέρνει να βρει την ψυχική εκείνη γαλήνη που συνιστά την βάση της ανθρώπινης ευτυχίας, καθώς είναι απαραίτητη για να βιώσει κανείς ως απολαύσιμο το παρόν και συνεπώς και όλο του τον βίο.

Για τον σκοπό ακριβώς αυτό, καλά θα κάναμε να έχουμε διαρκώς κατά νου ότι

η σημερινή ημέρα έρχεται μόνο μία φορά και ποτέ άλλοτε.

Εμείς, εντούτοις, φανταζόμαστε ότι θα έρθει και αύριο -όμως, η αυριανή είναι μία άλλη ημέρα, η οποία και αυτή έρχεται μόνο μία φορά. Λησμονούμε, έτσι, ότι η κάθε ημέρα αποτελεί ένα ενσωματωμένο και, συνεπώς, αναντικατάστατο μέρος του βίου και θεωρούμε, αντίθετα, ότι ανήκει σ’ αυτόν όπως οι ατομικές οντότητες υπό την έννοια καθ’ όλου.

Και τότε επίσης θα τιμούσαμε και θ’ απολαμβάναμε περισσότερο το παρόν, εάν στις καλές και υγιείς ημέρες μας είχαμε διαρκώς συνείδηση του πώς η ανάμνηση, σε περίπτωση νόσων ή θλίψεων, θα παρουσιάζει στα μάτια μας κάθε χωρίς πόνο και στέρηση στιγμή ως άπειρα ζηλευτή, ως έναν απολεσθέντα παράδεισο, έναν παραγνωρισμένο φίλο.

Εμείς, όμως, περνάμε τις ωραίες μας ημέρες χωρίς να τους δίνουμε σημασία και μόνον όταν έρθουν οι άσχημες επιθυμούμε να επανέλθουν εκείνες.

Με πρόσωπο σκυθρωπό, αφήνουμε να περνούν δίπλα μας και να παρέρχονται μύριες ευφρόσυνες, μύριες χαρούμενες στιγμές χωρίς να τις απολαύσουμε, και αναστενάζουμε κατόπιν μάταια γι’ αυτές, την ώρα της θλίψης.

Αντ’ αυτού, θα έπρεπε να τιμάμε κάθε υποφερτό παρόν -ακόμη και το καθημερινό, το οποίο τώρα, εντελώς αδιάφοροι, αφήνουμε να παρέλθει ή και το ωθούμε και οι ίδιοι προς τα πίσω με ανυπομονησία- και να έχουμε πάντα κατά νου ότι τώρα ακριβώς το παρόν αυτό ρέει με ορμή σ’ εκείνη την αποθέωση του παρελθόντος, όπου στο εξής, ακτινοβολώντας το φως της αφθαρσίας, θα διατηρείται από την μνήμη, ώστε, όταν κάποτε αυτή, ιδιαίτερα σε καιρούς χαλεπούς, σηκώσει το παραπέτασμα, να μας παρουσιασθεί ως το αντικείμενο της πιο βαθιάς μας νοσταλγίας.

%d bloggers like this: