ΑΥΤΟ-ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ, Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΚΑΙ Η ΣΥΜΠΟΝΟΙΑ

Η συμπόνοια (ο "έλεος") κατέχει θέση κεντρική στα συναισθήματα και στην συμπεριφορά των ηρώων και των ενάρετων ανθρώπων του ελληνικού κόσμου,

Από τον Όμηρο μέχρι τον Αριστοτέλη, αλλά και μεταγενέστερα, η συμπόνοια (ο “έλεος”, η ικανότητα να μπαίνεις στην θέση του άλλου, να πονάς κι εσύ με τον πόνο του, και να του φέρεσαι αναλόγως, καθώς τα δεινά του θυμίζουν ή προμηνύουν δεινά δικά σου) κατέχει θέση κεντρική στα συναισθήματα και στην συμπεριφορά των ηρώων και των ενάρετων ανθρώπων του ελληνικού κόσμου, καθώς και στους τρόπους αντιμετώπισης των ασθενέστερων πολιτών από την πολιτεία (“ἐλεεῖν τοὺς ἀσθενεῖς”, Δημοσθένης). Επίσης, αποτελεί ένδειξη σωφροσύνης και αντικείμενο θαυμασμού.

Στην Ιλιάδα, για παράδειγμα, εντυπωσιάζει η συμπόνοια την οποίαν δείχνει ο Αχιλλέας στον βασιλιά της Τροίας, Πρίαμο, όταν αυτός τρυπώνει κρυφά (με την βοήθεια του Ερμή) στο στρατόπεδο των Αχαιών, μπαίνει στην σκηνή του Αχιλλέα και τον ικετεύει να του παραδώσει, έναντι λύτρων, την σωρό του Έκτορα. Ας ακούσουμε τον Όμηρο [σε μετάφραση Ι. Πολυλά]:

Τα λόγια τούτα ως άκουσε, λαχτάρισε ο Αχιλλέας
να κλάψει τον πατέρα του και πιάνοντας το χέρι
του γέροντος, τον άμπωσεν αγάλι από σιμά του.
Και οι δύο, με τον πόνον του καθένας τους, εκλαίαν.
Εκείνος για τον Έκτορα στα πόδια του Αχιλλέως,
τούτος για τον πατέρα του και ακόμη για τον φίλον
Πάτροκλον, και απ᾽ τα κλάματα τα δώματ᾽ αντηχούσαν.
Και αφού στο κλάμα ευφράνθηκεν ο ισόθεος Πηλείδης,
ορθώθη απ᾽ όπου εκάθονταν και σήκωσε απ᾽ το χέρι
τον γέροντα λυπούμενος την άσπρην κεφαλήν του,
και προς αυτόν ομίλησε: «Ω δύστυχε, τωόντι
πίκρες πολλές και βάσανα υπέφερε η καρδιά σου.
Πώς μπόρεσες στων Αχαιών τες πρύμνες να ᾽λθεις μόνος
τον άνδρα οπού σου εφόνευσε τόσα παιδιά γενναία
να ιδείς στα μάτια; Σίδερον έχ᾽ η καρδιά σου ω γέρε.
Αλλ᾽ έλα τώρα κάθισε, και, αν και λυπημένοι,
τους πόνους τώρ᾽ ας κλείσομεν στα βάθη της ψυχής μας·
και τίποτε δεν ωφελούν τα μαύρα κλάματά μας».

Ο Μέγας Αλέξανδρος, αγαπημένο πρότυπο του οποίου ήταν ο Αχιλλέας (πρόγονός του από την πλευρά της μητέρας του, Ολυμπιάδας), φημιζόταν επίσης για την συμπόνοια του προς τους άλλους.

Ας ακούσουμε τι γράφει ο J. F. C. Fuller, στο σπουδαίο βιβλίο του “Η ιδιοφυής στρατηγική του Μεγάλου Αλεξάνδρου” (σε μετάφραση Κωνσταντίνου Κολιόπουλου):

«Η ηθική αρετή που τον διέκρινε [τον Αλέξανδρο] κατά τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο από τους συνανθρώπους του ήταν η συμπόνοια προς τους άλλους […]

Στην Έφεσο ο Αλέξανδρος εμπόδισε τους Εφέσιους να σφάξουν τους ολιγαρχικούς τους, επειδή γνώριζε ότι, εάν ο λαός δεν περιοριζόταν, “θα θανάτωνε, μαζί με τους ενόχους, και κάποιους άλλους, ορισμένους από μίσος και ορισμένους για να λεηλατήσει τα αγαθά τους” (Αρριανός).

Κατά την πολιορκία της Μιλήτου, όταν κάποιοι από τους πολιορκημένους είχαν αναζητήσει καταφύγιο σε ένα νησί και ο Αλέξανδρος είδε ότι θα πολεμούσαν μέχρι θανάτου, ένιωσε συμπόνοια γι’ αυτούς, “επειδή του φαίνονταν γενναίοι και πιστοί” (Αρριανός), και έκανε ανακωχή μαζί τους υπό τον όρο ότι θα υπηρετούσαν ως στρατιώτες του.

Μετά τη μάχη στην Ισσό έδειξε συμπόνοια για τους Θηβαίους πρεσβευτές, εν μέρει λόγω οίκτου προς την Θήβα, για την καταστροφή της οποίας είχε μετανιώσει.

Και όταν, επιστρέφοντας από την Ινδία, κατά την πορεία μέσα από την έρημο της Γεδρωσίας (Μακράν), μερικοί από τους πεινασμένους στρατιώτες, που είχαν μπει φρουροί στις αποθήκες σιταριού, έκλεψαν απ’ αυτές, αφού έμαθε “την ανάγκη που τους έκανε να ενεργήσουν έτσι, δεν τους τιμώρησε” (Αρριανός).

Η συμπόνοια του αντικατοπτρίζεται με τον καλύτερο τρόπο στη συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες, οι οποίες σε όλες σχεδόν τις εποχές θεωρούνταν το νόμιμο λάφυρο του στρατιώτη.

Όχι μόνο επέδειξε βασιλικό σεβασμό απέναντι στις αιχμάλωτες σύζυγο και κόρες του Δαρείου, αλλά απεχθανόταν τον βιασμό και τη βία, που στην εποχή του ήταν τα οικουμενικά συμπαρομαρτούντα του πολέμου.

Σε μια περίπτωση, όταν έμαθε ότι δύο Μακεδόνες της διοίκησης του Παρμενίωνα είχαν διαφθείρει τις συζύγους ορισμένων μισθοφόρων στρατιωτών, έγραψε στον Παρμενίωνα διατάσσοντάς τον, “στην περίπτωση που οι άνδρες καταδικαστούν, να τους τιμωρήσει και να τους θανατώσει σαν άγρια θηρία που γεννήθηκαν για την καταστροφή των ανθρώπων” (Πλούταρχος).

Σε μία άλλη περίσταση, όταν ο Ατροπάτης, αντιβασιλιάς της Μηδίας, του έστειλε ως δώρο εκατό εκατό κοπέλες, εξοπλισμένες ως ιππείς, “ο Αλέξανδρος τις έδιωξε από τον στρατό, έτσι ώστε να μην αποπειραθούν να τις βιάσουν οι Μακεδόνες ή οι βάρβαροι” (Αρριανός).

Και κατά την υποτιθέμενη λεηλασία της Περσέπολης, διέταξε “τους άνδρες του να σεβαστούν τα πρόσωπα των γυναικών και να μην πειράξουν τα στολίδια τους” (Κούρτιος).

Αυτή η συμπόνοια προς τις γυναίκες, όπως επισημαίνει ο Tarn, ήταν ο πρώτος καρπός του αυτοελέγχου του. “Ήταν η πρώτη φορά” γράφει ο Tarn “που κάτι τέτοιο είχε γίνει δημοσίως στην παγκόσμια σκηνή. Και ο κόσμος δεν μπορούσε να το καταλάβει, και αυτός μπορεί να ήταν ένας, αν και μόνο ένας, από τους λόγους που έκαναν τον Αρριανό, στη μεγάλη σύνοψη που τελειώνει το βιβλίο του, να πει ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν σαν κανέναν άλλον“».

%d bloggers like this: