ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΓΙΑ ΟΣΑ ΣΗΜΕΡΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ

Όποιος δεν διδάσκεται από την Ιστορία είναι καταδικασμένος να ξαναζήσει αρνητικές καταστάσεις του παρελθόντος.

Τόσο ο Δημοσθένης όσο και ο Πλάτων επέκριναν με δριμύτητα τους “δημοκρατικούς” Αθηναίους της εποχής τους, για την στάση τους απέναντι σε όσα τότε συνέβαιναν . Οι καταστάσεις, τις οποίες περιγράφουν, θυμίζουν κατά πολύ τις καταστάσεις τις οποίες βιώνουμε σήμερα -όχι μόνον εμείς οι Έλληνες, αλλά όλοι οι λαοί του δυτικού κόσμου.

Ο μεν Πλάτων εξηγεί πώς και γιατί η δημοκρατία εκφυλίζεται και μετατρέπεται σε τυραννίδα, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα, ο δε Δημοσθένης επικρίνει με σφοδρότητα την παθητική στάση τού αθηναϊκού λαού απέναντι στην επερχόμενη εγκαθίδρυση από τον Φίλιππο ενός βάρβαρου μοναρχικού (κατά την άποψή του) πολιτεύματος σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, στάση που ομοιάζει με αυτήν των περισσοτέρων λαών της Δύσης (και πάντως σίγουρα των Ελλήνων) απέναντι στην, επιχειρούμενη από τις παρανοϊκές ελίτ, εγκαθίδρυση μιας παγκόσμιας κυβέρνησης και στην υποδούλωση όλων των ανθρώπων.

Επειδή όποιος δεν διδάσκεται από την Ιστορία είναι καταδικασμένος να ξαναζήσει αρνητικές καταστάσεις του παρελθόντος, είναι, νομίζω, φρόνιμο να ακούσουμε με προσοχή τον Πλάτωνα και τον Δημοσθένη, και αναλόγως να πράξουμε.

Γράφει, λοιπόν, ο Πλάτων, στην Πολιτεία του [μτφρ. Ι. Γρυπάρης], σκιαγραφώντας τον “δημοκρατικό” άνθρωπο:

“Περνάει [ο δημοκρατικός] τη ζωή του, μέρα με την ημέρα, χαριζόμενος στην επιθυμία που θα του παρουσιαστεί πρώτη· σήμερα παραδίνεται στη μέθη και στη διασκέδαση, αύριο στην υδροποσία και στην αυστηρότερη δίαιτα, άλλοτε επιδίνεται στις ασκήσεις, άλλοτε στην αργία και στην αδιαφορία για όλα, και κάποτε ρίχνεται τάχα και στη φιλοσοφία.

Το συχνότερο πολιτεύεται, ανεβαίνει στο βήμα και λέει και κάνει ό,τι φτάσει· και, αν κάποτε ζηλέψει την πολεμική δόξα, επιδίνεται στα πολεμικά, άλλοτε πάλι ζηλεύει τους επιχειρηματίες και ρίχνεται στις επιχειρήσεις.

Γενικά, καμιά τάξη δεν έχει στη ζωή του, ούτε εννοεί να στενοχωρηθεί από τίποτα, και αυτό τον βίο εξακολουθεί μέχρι τέλους, ονομάζοντάς τον ευχάριστο, ελεύθερο και μακάριο”.

Και συνεχίζει, πιο κάτω, αναφερόμενος στην λανθασμένη δημοκρατική αντίληψη περί ελευθερίας, η οποία οδηγεί στον εκφυλισμό του πολιτεύματος και στην μετάπτωσή του σε τυραννίδα:

“Θ᾽ ακούσεις να λένε σε μια δημοκρατούμενη πολιτεία ότι [η ελευθερία] είναι το καλύτερο πράγμα που υπάρχει, και γι᾽ αυτό μόνο σε τέτοια πολιτεία αξίζει να ζει ένας που είναι από τη φύση του ελεύθερος.

Δεν είναι, όμως, η απληστία της ελευθερίας και η αδιαφορία για όλα τα άλλα που φέρνει την κατάπτωση και αυτού του πολιτεύματος και κάνει αισθητή την ανάγκη της τυραννίδας;

Όταν -νομίζω- μια δημοκρατούμενη πολιτεία που έχει άσβεστη δίψα ελευθερίας τύχει να κυβερνιέται από κακούς κεραστές, και μεθύσει, γιατί της δίνουν παραπάνω απ᾽ όσο πρέπει ανέρωτο κρασί, τότε, αν δεν είναι πάρα πολύ καλόβολοι οι άρχοντες και δεν εξακολουθούν να της παρέχουν ελευθερία όση θέλει, τους κατηγορεί και τους τιμωρεί με την πρόφαση ότι είναι καταχθόνιοι και αποβλέπουν στην ολιγαρχία.

Και όσους πολίτες εξακολουθούν να υπακούουν στους άρχοντες τους εξευτελίζει, λέγοντας ότι είναι εθελόδουλοι και δεν αξίζουν τίποτα, τους άρχοντες πάλι που είναι όμοιοι με τους αρχόμενους και τους αρχόμενους που είναι όμοιοι με τους άρχοντες τους επαινεί και τους τιμά και ιδιαίτερα και δημόσια· κατ᾽ ανάγκη, λοιπόν, δεν θα ξαπλωθεί παντού η ελευθερία μέσα σε μια τέτοια πόλη;

Θα εισχωρήσει μάλιστα, φίλε μου, και μέσα στους κόλπους της οικογένειας […]

Θέλω να πω ότι οι πατέρες θα συνηθίσουν να θεωρούν τα παιδιά τους ίσους και ομοίους των και να φοβούνται τους γιους των, το ίδιο πάλι οι γιοι τους πατέρες, και ούτε θα σέβουνται ούτε θα φοβούνται τους γονείς των, για να είναι βέβαια ελεύθεροι· οι μέτοικοι θα εξισωθούν με τους πολίτες, οι πολίτες με τους μετοίκους και οι ξένοι επίσης.

Αυτά λοιπόν γίνονται και άλλα τέτοια μικρά μέσα σ᾽ αυτή την πολιτεία· ο δάσκαλος φοβάται και περιποιείται τους μαθητές του, οι μαθητές καμιά σημασία δεν δίνουν στους δασκάλους και στους παιδαγωγούς των· και γενικά οι νέοι αγαπούν να εξομοιώνουνται με τους γεροντότερους και να συνερίζουνται μ᾽ αυτούς στα λόγια και στα έργα, οι γέροντες πάλι κατεβαίνουν έως το επίπεδο των νέων, μιμούνται τους τρόπους των και κάνουν τον ευτράπελο και τον χαριτωμένο, για να μη θεωρούνται τάχα φορτικοί και δεσποτικοί.

[…]

Εννοείς τώρα ποιο είναι το άθροισμα όλων αυτών, αν τα προσθέσομε; Η ψυχή των πολιτών γίνεται τόσον ευπαθής, ώστε και στην ελάχιστη υποψία καταναγκασμού που θα ᾽θελε να τους επιβάλει κανείς αγανακτούν και εξεγείρονται. Στο τέλος ξέρεις, βέβαια, ότι καταντούν να μη λογαριάζουν καθόλου και τους νόμους, είτε τους γραπτούς είτε τους άγραφτους, για να μην έχουν κανέναν απολύτως κύριο.

Αυτή λοιπόν, φίλε μου, είναι η τόσο καλή και χαριτωμένη μορφή του πολιτεύματος, από την οποία, κατά τη γνώμη μου, έχει την προέλευσή της η τυραννίδα. Το ίδιο νόσημα που παρουσιάστηκε στην ολιγαρχία και έφερε την καταστροφή της, το ίδιο παρουσιάζεται και εδώ, αλλά με μορφή βαρύτερη εξαιτίας της αχαλίνωτης ελευθερίας που επικρατεί και φέρνει υποδούλωση της δημοκρατίας.

Γιατί πραγματικά η υπερβολή σε κάθε πράγμα φέρνει συνήθως τη μετάπτωση στην αντίθετη υπερβολή, όπως παρατηρείται στις εποχές του έτους, στα φυτά, στα σώματά μας και προπάντων στις πολιτείες.

Γιατί η υπερβολική ελευθερία, είτε στους ιδιώτες είτε στα κράτη, σε τίποτ᾽ άλλο, φαίνεται, δεν οδηγεί, παρά στη δουλεία.

Είναι, λοιπόν, φυσικό να μην προέρχεται απ᾽ άλλο πολίτευμα η τυραννίδα παρά από τη δημοκρατία· δηλαδή από την ακρότατη ελευθερία γεννιέται η μεγαλύτερη και αγριότερη δουλεία.

Αλλά ποιο νόσημα παρουσιάζεται στη δημοκρατία, το ίδιο απαράλλαχτα όπως και στην ολιγαρχία, και φέρνει την υποδούλωσή της;

Εννοώ, λοιπόν, εκείνο το είδος των αργών και σπάταλων ανθρώπων, που άλλοι τους, οι γενναιότεροι, μπαίνουν επικεφαλής, άλλοι τους, οι πιο άνανδροι, τους ακολουθούν· τους πρώτους, θυμάσαι, τους παραβάλαμε με κηφήνες που έχουν κεντριά, και τους άλλους με τους κηφήνες που δεν έχουν.

Αυτά τα δύο είδη ανθρώπων φέρνουν γενική ταραχή σε όποια πολιτεία παρουσιαστούν, απαράλλαχτα όπως συμβαίνει με το φλέγμα και με τη χολή στο ανθρώπινο σώμα· πρέπει, λοιπόν, ο καλός γιατρός και νομοθέτης της πολιτείας να λάβει εξαρχής όλα τα μέτρα του, όπως κάνει ο έμπειρος μελισσοκόμος, πρώτα και καλύτερα για να μην εισχωρήσουν καθόλου στην κυψέλη, και αν τύχει και μπουν, να τους πετάξει έξω μιαν ώρα αρχύτερα μαζί με τις βλαμμένες κηρήθρες.

Ας πάρομε όμως το πράγμα και ως εξής, για να καταλάβομε καλύτερα εκείνο που θέλομε. Ας διαιρέσομε με τον λόγο τη δημοκρατούμενη πολιτεία σε τρεις τάξεις, πράγμα που είναι άλλωστε και αληθινό· η πρώτη τάξη περιέχει αυτούς ακριβώς που λέγαμε τώρα και που, εξαιτίας της αχαλίνωτης ελευθερίας, πολλαπλασιάζονται όχι λιγότερο παρά στην ολιγαρχική πολιτεία. Εννοείται ότι είναι και πιο βλαβεροί στη δημοκρατική παρά σ᾽ εκείνη.

Εκεί [στην ολιγαρχική πολιτεία], επειδή το είδος αυτό των ανθρώπων δεν έχει καμιάν υπόληψη και το απομακρύνουν από κάθε αρχή, μένει —να πούμε— αγύμναστο και ατροφικό· ενώ, απεναντίας, στη δημοκρατία αυτό είναι που διαχειρίζεται την ανώτατη εξουσία, εκτός από λίγες εξαιρέσεις· και οι πιο επιτήδειοι απ᾽ αυτούς λέγουν και πράττουν, οι άλλοι κολλημένοι γύρω στο βήμα κάνουν φασαρία και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να έχει αντίθετη γνώμη, ώστε όλα μέσα σε μια τέτοια πολιτεία, εκτός από λίγα, διοικούνται από τέτοιους ανθρώπους.

Υπάρχει τώρα μια δεύτερη τάξη που μένει πάντα χωρισμένη από το πλήθος. Επειδή σ᾽ αυτή την πολιτεία όλοι εργάζονται για να πλουτίσουν, οι από τη φύση τους φρονιμότεροι γίνονται πλουσιότατοι. Και απ᾽ αυτούς, νομίζω, είναι που τραβούν το πιο πολύ και πιο εύκολο μέλι οι κηφήνες. Αυτοί, θαρρώ, οι πλούσιοι είναι που τους λένε: το βοτάνι των κηφήνων.

Και η τρίτη τάξη είναι ο μικρός λαός, όσοι είναι τεχνίτες και δεν πολυανακατώνονται στα πράγματα και που μόλις κατορθώνουν να ζουν με τα λίγα που έχουν· η τάξη αυτή, όταν συσσωματωθεί, είναι μέσα σε μια δημοκρατία η πολυπληθέστερη και δυνατότερη.

Αλλά δεν συνηθίζει να το κάνει αυτό συχνά, εάν δεν πάρει κι αυτή μερίδιο στο μέλι”.

Και ο Δημοσθένης, στον τρίτο Ολυνθιακό του [μτφρ. Α. Ι. Γιαγκόπουλος – Μ. Αραποπούλου], προσπαθώντας να πείσει τους Αθηναίους να αντιταχθούν έστω και την τελευταία στιγμή στον Φίλιππο, και αφού πρώτα συγκρίνει την προηγούμενη κατάσταση της Αθήνας με αυτήν της εποχής κατά την οποία εκφωνεί τον λόγο, λέγει [όπου στράτευση και εκστρατεία, διάβαζε: οργάνωση και αντίσταση]:

“Μα φίλε μου, θα έλεγε κάποιος, αν τα εξωτερικά ζητήματα πηγαίνουν άσχημα, τα εσωτερικά τουλάχιστον της πόλης είναι σήμερα καλύτερα.

[Αλλά] τι θα μπορούσε να αναφέρει κανείς προς επιβεβαίωση; Μήπως τις επάλξεις που σοβαντίζουμε, τους δρόμους που επισκευάζουμε, τις βρύσες και τέτοιες φλυαρίες;

Γυρίστε λοιπόν να δείτε τους πολιτικούς που ασχολούνται με αυτά· από αυτούς άλλοι από φτωχοί έχουν γίνει πλούσιοι, άλλοι από άσημοι σημαίνοντα πρόσωπα, μερικοί μάλιστα έχουν χτίσει ιδιωτικές κατοικίες πολυτελέστερες και από τα δημόσια κτίρια, και όσο έχει ελαττωθεί ο πλούτος της πόλης, τόσο ο δικός τους έχει αυξηθεί.

Ποιά λοιπόν είναι η αιτία όλων αυτών; Γιατί άραγε άλλοτε πήγαιναν όλα καλά και τώρα πηγαίνουν όλα στραβά;

Διότι τότε, τολμώντας ο ίδιος ο λαός να εκστρατεύει, είχε υπό τον πλήρη έλεγχο τους πολιτικούς άνδρες και σ᾽ αυτόν αποκλειστικά ανήκαν όλα τα αγαθά, ενώ ο κάθε πολιτικός γενικά ήταν ευχαριστημένος να παίρνει από το λαό μια τιμή, ένα αξίωμα ή να έχει κάποιαν άλλη αναγνώριση.

Σήμερα, αντίθετα, κύριοι των αγαθών είναι οι πολιτικοί και μέσω αυτών γίνονται όλες οι ενέργειες, ενώ εσείς ο λαός, έχοντας χάσει τη δύναμή σας και απογυμνωμένοι από χρήματα και συμμάχους έχετε καταντήσει υπηρέτες, άνθρωποι της προσκολλήσεως, ευχαριστημένοι αν σας μοιράζουν αυτοί θεωρικά χρήματα ή διοργανώνουν πομπή Βοηδρομίων, και το πιο «αξιοπρεπές» από όλα, τους χρωστάτε από πάνω και χάρη για πράγματα που είναι δικά σας.

Αυτοί, όμως, αφού σας εγκλώβισαν στην ίδια σας την πόλη, σας σέρνουν σ᾽ αυτά τα θεάματα και σας τιθασεύουν κάνοντάς σας του χεριού τους. Ποτέ όμως κατά τη γνώμη μου δεν είναι δυνατόν να αποχτήσουν υψηλό και γενναίο φρόνημα άνθρωποι που καταγίνονται με μικροπρεπή και φαύλα πράγματα· γιατί όποιες είναι οι ασχολίες των ανθρώπων, τέτοιο αναπόφευκτα είναι και το φρόνημα που έχουν.

Μα την Δήμητρα, δε θα με εξέπληττε, αν θα πάθαινα από σας μεγαλύτερη ζημιά, επειδή είπα αυτά, από ό,τι εκείνοι που έχουν συντελέσει ώστε να γίνουν αυτά. Γιατί εσείς δεν επιτρέπετε να μιλάει κανείς πάντοτε ελεύθερα για όλα τα θέματα· γι᾽ αυτό εγώ τουλάχιστον εκπλήσσομαι που τώρα έχει επιτραπεί σ᾽ εμένα.

Εάν λοιπόν, έστω και τώρα ακόμη, απαλλαγείτε από αυτές τις συνήθειες και θελήσετε να εκστρατεύσετε και να δράσετε ανάλογα με την αξία σας και αν χρησιμοποιήσετε τα εδώ περισσεύματα ως εφόδια προς απόκτηση των έξω της πόλεως αγαθών, ίσως τότε, Αθηναίοι, επαναλαμβάνω ίσως, αποκτήσετε ένα αποτελεσματικό και σημαντικό όφελος και ίσως απαλλαγείτε από τέτοια επιδόματα, που μοιάζουν με τις διαιτητικές τροφές που δίνουν οι γιατροί στους αρρώστους· εκείνες δηλαδή ούτε δύναμη προσφέρουν ούτε αφήνουν τον άρρωστο να πεθάνει.

Έτσι, όσα χρήματα τώρα εσείς μοιράζεστε, ούτε τόσο πολλά είναι, ώστε να σας προσφέρουν κάποια διαρκή ωφέλεια, ούτε σας αφήνουν να απελπιστείτε και να προβείτε σε κάποιαν άλλη ενέργεια αλλ᾽ απλώς επαυξάνουν την αδράνεια του καθένα σας.

Προτείνεις, λοιπόν, μισθοδοσία; θα έλεγε κανείς.

Ναι, και συγχρόνως ένα ενιαίο σύστημα το ίδιο για όλους, Αθηναίοι, ώστε παίρνοντας ο καθένας από το κράτος το μερίδιο που του αναλογεί, να είναι εξασφαλισμένο ό,τι χρειαστεί η πόλη.

Μπορούμε να ζούμε ειρηνικά; Τότε μένοντας στο σπίτι του ο καθένας θα αισθάνεται πιο άνετα, απαλλαγμένος από το να κάνει αναγκαστικά από τη φτώχεια κάτι εξευτελιστικό.

Αν πάλι συμβαίνει κάτι παρόμοιο με τα σημερινά γεγονότα, τότε θα υπηρετεί ο ίδιος ως στρατιώτης μισθοδοτούμενος από τα ίδια αυτά κρατικά έσοδα, όπως είναι δίκαιο χάριν της πατρίδας. Αν κάποιος από μας είναι υπερήλικας, τότε όσα αυτός παίρνει τώρα άσκοπα, χωρίς να προφέρει καμιάν ωφέλεια, ας τα παίρνει ως μισθό με κανονική υπηρεσία, όπως όλοι, επιβλέποντας και ρυθμίζοντας όσα πρέπει να γίνουν.

Γενικά, χωρίς ούτε να αφαιρέσω ούτε να προσθέσω παρά μόνο λίγα, καταργώντας την αταξία, έφερα την πόλη σε τάξη με το να καθιερώσω ένα και το αυτό σύστημα για τις αμοιβές, τη στράτευση, τις δικαστικές υποθέσεις, και γενικά για ό,τι μπορεί ο καθένας να κάνει ανάλογα με την ηλικία του και με ό,τι απαιτεί η περίσταση.

Πουθενά στο λόγο μου δεν είπα ότι πρέπει να μοιράσετε τα χρήματα αυτών που προσφέρουν κάποιαν υπηρεσία σ᾽ αυτούς που δεν κάνουν τίποτε, ούτε να μείνετε αδρανείς, χωρίς δουλειά, χωρίς χρήματα και να ζητάτε να μαθαίνετε ότι νικούν οι μισθοφόροι του τάδε (στρατηγού)· γιατί αυτά συμβαίνουν σήμερα.

Και δεν μέμφομαι αυτόν που κάνει για σας κάτι απ᾽ όσα πρέπει να γίνουν, αλλά απαιτώ από σας να κάνετε και για τον εαυτό σας αυτά για τα οποία τιμάτε τους άλλους, και να μην παραχωρείτε την τιμητική θέση της αρετής που την απόκτησαν οι πρόγονοί σας με πολλούς και ωραίους αγώνες και την κληροδότησαν σε σας.

Σχεδόν έχω πει όσα νομίζω πως σας συμφέρουν· εσείς τώρα διαλέξτε (: μακάρι να διαλέξετε) ό,τι είναι πιθανό να ωφελήσει και την πόλη και όλους εσάς”.

%d bloggers like this: