ΑΥΤΟ-ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ΕΝΑΣ ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΚΑΙ ΝΑ ΧΟΡΕΥΕΙ

Ακόμη και ο πιο σκληροτράχηλος πολεμιστής έπρεπε να πιάσει την κιθάρα για να ανακτήσει την ηρεμία του, όπως κάνει ο ομηρικός Αχιλλέας στη σκηνή του.

Του Τόμας Καχίλ (από το βιβλίο του “Γι’ αυτό έχουν σημασία οι Έλληνες” – Μετάφραση: Όλγα Παπακώστα – Εκδόσεις Ωκεανίδα)

Η Ελλάδα υπήρξε πράγματι, σε όλες τις εποχές, μια χώρα στενά συνδεδεμένη με τη μουσική και τον χορό. “Η ζωή μου δεν αξίζει τίποτε χωρίς τη μουσική“, τραγουδάει ο Χορός στον “Ηρακλή” του Ευριπίδη. Το να ζεις χωρίς μουσική, για τους αρχαίους Έλληνες ισοδυναμούσε με το να είσαι ήδη νεκρός, όπως περιγράφει ο Σοφοκλής στον “Οιδίποδα επί Κολωνώ“, κάνοντας μια στοχαστική αναφορά στον θάνατο: “χωρίς γαμήλιο τραγούδι, χωρίς κιθάρα και χορούς, ο θάνατος το τέλος μας θα φέρει“.

Αν και υπήρχαν επαγγελματίες ερμηνευτές, έχουμε στοιχεία που δείχνουν ότι κάθε Έλληνας, είτε ήταν βασιλιάς είτε δούλος, περίμενε πώς και πώς να του δοθεί μια ευκαιρία για να χορέψει και να τραγουδήσει -και ευκαιρίες υπήρχαν πολλές.

Ακόμα και οι πενιχρές και αποσπασματικές πηγές μας περιέχουν τουλάχιστον διακόσιους όρους για διάφορα είδη χορού.

Ακόμη και ο πιο σκληροτράχηλος πολεμιστής έπρεπε να πιάσει την κιθάρα για να ανακτήσει την ηρεμία του, όπως κάνει ο ομηρικός Αχιλλέας στη σκηνή του, στο Ι της Ιλιάδας.

Γυναίκες υψηλής κοινωνικής θέσης, όπως η Πηνελόπη, διοργάνωναν μουσικές βραδιές στα ιδιαίτερα διαμερίσματά τους.

Οι βοσκοί έπαιζαν αυλό βόσκοντας τα κοπάδια τους, οι ναύτες τραγουδούσαν την ώρα της δουλειάς και κρατούσαν τον ρυθμό με τα κουπιά τους, οι δάσκαλοι δίδασκαν, υποχρεωτικά, μουσική στους μαθητές τους.

Αν και την ψυχαγωγία των πλουσίων στα συμπόσια την αναλάμβαναν επαγγελματίες, κάθε συμποσιαστής υποτίθεται ότι έπρεπε να συμβάλει με τον δικό του τρόπο στην εορταστική ατμόσφαιρα της βραδιάς -και, συνήθως, οι συμποσιαστές δεν ήθελαν και πολύ για να σηκωθούν από τα ανάκλιντρά τους και να χορεύουν όλη τη νύχτα, πιασμένοι από τους ώμους και χτυπώντας τα πόδια τους στο πάτωμα, όπως ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη, ο οποίος χόρευε με “την ψυχή να μάχεται να συνεπάρει τη σάρκα και να χυθεί μαζί της, αστροβολίδα, μέσα στο σκοτάδι”.

Ο ψαράς τραγουδούσε για τα ψάρια του, ο στρατός παρήλαυνε υπό τους ήχους πολεμικών ρυθμών, η πλύστρα τραγουδούσε λυπητερά τραγούδια, ο καθένας τραγουδούσε και κάτι διαφορετικό.

Λένε ότι, μετά την καταστροφική έκβαση της Σικελικής Εκστρατείας το 413 π.Χ., οι Αθηναίοι στρατιώτες, αιχμάλωτοι στα φρικτά λατομεία έξω από τις Συρακούσες, κατόρθωσαν να κερδίσουν την ελευθερία τους εκτελώντας χορικά του Ευριπίδη, για τα οποία τρελαίνονταν οι Σικελοί.

Η καθημερινή ζωή έμοιαζε μερικές φορές με ερασιτεχνικό διαγωνισμό, με μία ατέλειωτη οντισιόν όπου εμφανίζονταν αμέτρητες ελπιδοφόρες φωνές διεκδικώντας την προσοχή του κοινού.

Στην αρχαία ελληνική κοινωνία το τραγούδι κατείχε κεντρική θέση.

Το να είσαι άμουσος, όπως μας πληροφορεί η πονηρή Σαπφώ σε ένα μικρό ποιηματάκι, γραμμένο για μια πεθαμένη γυναίκα η οποία, όσο ζούσε, δεν είχε δείξει ταλέντο ούτε στην ερμηνεία ούτε στην κατανόηση της μουσικής, ήταν μια μοίρα χειρότερη κι από τον θάνατο. Καλύτερα να μην είχες ζήσει ποτέ:

Και θα ‘ρθει μέρα που θα κείτεσαι νεκρή
χωρίς ποτέ στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν
σε κανενός τη μνήμη να ξανάρχεσαι.
Βλέπεις, εσένα η χάρη δεν σου δόθηκε
ποτέ ρόδα της Πιερίας να κόψεις.
Άσημη πάντα μες στις χώρες του Άδη
και στους σκοτεινούς αποθαμένους θα πλανιέσαι.

[…]

[Αλλά] στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων υπήρχε πολλή ένταση […] Τα συμπόσια, αν μη τι άλλο, ίσως να ήταν ο καλύτερος τρόπος για να χαλαρώσουν από το συσσωρευμένο άγχος μιας κοινωνίας που βρισκόταν διαρκώς σε εμπόλεμη κατάσταση -όπως έλεγαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, ο πόλεμος ήταν “ο πατέρας όλων, ο βασιλιάς όλων“, “υπήρχε ανέκαθεν εκ φύσεως“.

Με ένα ποτηράκι παραπάνω, μπορούσε κανείς να ξεχάσει τονεκάστοτε πόλεμο, ή, αν όχι να τον ξεχάσει, τουλάχιστον να πάψει, προσωρινά, να τον θεωρεί τόσο σημαντικό. Εξ ου και αυτό το ποιηματάκι που αποδίδεται στον Θέογνι:

Πιάστε κιθάρες και αυλούς για το ιερό τραγούδι
και φέρτε μας να πιούμε, να γελάσουμε
για να χαρούν οι αθάνατοι με τις σπονδές μας.
Κι ας μη φοβόμαστε ποσώς τους Μήδους.

Όμως, όπως γίνεται συνήθως όταν μιλάει το κρασί, η ιλαρότητα συχνά είχε άσχημη κατάληξη. Σε αυτό το απόσπασμα από μια κωμωδία που έγραψε τον 4ο αιώνα ο Εύβουλος, ένας ήδη παραπαίων Διόνυσος αφηγείται με καμάρι πώς εξελίχθηκε ένα τυπικό συμπόσιο:

Απόψε ο ίδιος ο Διόνυσος κερνάει κρασί
και το αραιώνει με νερό στις ξέχειλες τις κούπες.
Μια κούπα στην υγειά μας
κι άλλη μια για να ευθυμήσουμε.
Η τριτη φέρνει νύστα -κι οι μυαλωμένοι φεύγουν πριν σουρώσουν.
Γιατί μετά, ό,τι πίνουμε δεν είναι πια δικό μας.
Τέταρτη κούπα για τις ύβρεις,
πέμπτη για τη φασαρία,
έκτη για τις κραιπάλες,
κι άλλη μια για τα κομμένα μάτια,
στην όγδοη έρχονται οι κλητήρες,
στην ένατη ο εμετός,
και με τη δέκατη τα σπάμε όλα κι ησυχάζουμε.

Υπάρχει θλίψη κάτω από την ευθυμία.

Θαρρείς και, ασχέτως πόσο τραγουδούν, χορεύουν, ωρύονται, αστειεύονται ή πηδιούνται αυτοί οι γλεντοκόποι, μια συνεχής, τυραννική νότα απαισιοδοξίας επιμένει να ηχεί, παρά τις μανιώδεις προσπάθειές τους να μην την ακούσουν.

Ακόμη και ο Αρχίλοχος, ένας θαυμάσιος αθλητής της εποχής του, που πρωτοστατούσε στις κραιπάλες, δεν μπορεί παρά να ομολογήσει ότι καμιά από αυτές τις νυχτερινές δραστηριότητες δεν έχει τελικά νόημα. Στους πιο στοχαστικούς στίχους του, δίνει την εντύπωση ότι βγάζει τη μάσκα και, απαλλαγμένος από το τραχύ και εύθυμο προσωπείο του, συνιστά στον εαυτό του κάτω από το φως της μέρας όχι υπερβολή αλλά νηφαλιότητα, ισορροπία, αυτοσυγκράτηση, έως και καρτερία:

Καρδιά μου, καρδιά μου,
να μη σκιρτάς από χαρά μπροστά σε κόσμο όταν νικάς,
ούτε να κλαις κρυφά και να λυπάσαι όταν χάνεις.
Να χαίρεσαι με τις απλές χαρές,
να μησε αγγίζει το κακό,
ναμάθεις τον ρυθμό που κυβερνάει τ’ ανθρώπινα.

Η τελευταία φράση είναι ελαφρώς δυσοίωνη. Ο ρυθμός που μας κυβερνάει, τα ύψη και τα βάθη, δεν παύουν να μας υπενθυμίζουν πως τίποτε δεν κρατάει αιώνια και πως καθετί που ζει βαδίζει προς τον θάνατο.

Ας μετριάσουμε τον ενθουσιασμό και την αγωνία μας, είτε πρόκειται για την έκσταση της μάχης είτε για την έκσταση του έρωτα, είτε για τις μεγάλες επιτυχίες είτε για τις μεγάλες απώλειες, και ας ομολογήσουμε στον εαυτό μας ότι όλα τα πράγματα διαρκούν μια στιγμή μόνο κι ύστερα χάνονται. Αν ζήσουμε με οδηγό μας αυτή τη νηφάλια γνώση, η ζωή μας θα είναι όσο το δυνατόν καλύτερη.

%d bloggers like this: