ΑΥΤΟ-ΑΝΑΠΤΥΞΗ

TO ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Το να προσπαθείς να ξεφύγεις από τα κακά είναι σαν να πηγαίνεις να τα ψάξεις. Αποφεύγοντας τον θάνατο πηγαίνεις να τον βρεις.

Του Χόρχε Μπουκάι (Από το βιβλίο του: “Ιστορίες να σκεφτείς” – Μετάφραση: Μαρία Μπεζαντάκου – Εκδόσεις Opera)

Εδώ και μήνες ζούσε τρομοκρατημένος από φρικτές σκέψεις καταστροφής που τον βασάνιζαν… κυρίως τη νύχτα. Έπεφτε για ύπνο τρέμοντας ότι δεν θα έβλεπε το ξημέρωμα της επόμενης μέρας και δεν κατάφερνε να κοιμηθεί πριν βγει ο ήλιος -μερικές φορές, μόλις μία ώρα προτού σηκωθεί για να πάει στη δουλειά.

Όταν έμαθε ότι ο Φωτισμένος θα περνούσε τη νύχτα λίγο έξω απ’ το χωριό, συνειδητοποίησε ότι του δινόταν μια ευκαιρία μοναδική, μιας και δεν ήταν καθόλου σύνηθες να περνούν ταξιδιώτες -ούτε καν κοντά απ’ το χωριό-, χαμένο καθώς ήταν ανάμεσα στα βουνά της Καλδέα.

Η σπουδαία φήμη προηγήθηκε του μυστηριώδους επισκέπτη και, αν και κανείς δεν τον είχε δει, όλοι έλεγαν ότι ο δάσκαλος είχε τις απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις.

Γι’ αυτό, εκείνο το ίδιο χάραμα, χωρίς κανείς απ’ το σπίτι του να τον πάρει είδηση, πήγε να τον δει στη σκηνή την οποία -όπως του είχαν πει- είχε στήσει δίπλα στο ποτάμι. Όταν έφτασε, ο ήλιος μόλις που άρχιζε να ξεπροβάλει από τον ορίζοντα.

Βρήκε τον Φωτισμένο σε στιγμή διαλογισμού. Περίμενε με σεβασμό λίγα λεπτά μέχρι ο δάσκαλος
να αντιληφθεί την παρουσία του…

Εκείνος, σαν να τον περίμενε, στράφηκε προς το μέρος του και με μια γαλήνια έκφραση τον κοίταξε σιωπηλά στα μάτια.

«Δάσκαλε, βοήθησέ με» είπε ο άντρας, «Φρικτές σκέψεις στοιχειώνουν τις νύχτες μου και δεν έχω γαλήνη ούτε κουράγιο για να ξεκουραστώ και να απολαύσω τη ζωή μου. Λένε πως εσύ τα γιατρεύεις όλα. Βοήθησέ με να ξεφύγω από αυτήν την αγωνία…»

Ο δάσκαλος του χαμογέλασε και του απάντησε:

«Θα σου πω μια ιστορία»:

Ένας πλούσιος άντρας έστειλε τον υπηρέτη του στην αγορά για τρόφιμα. Δεν είχε περάσει όμως πολλή ώρα αφότου έφτασε, και διασταυρώθηκε με τον θάνατο, ο οποίος τον κοίταξε έντονα στα μάτια. Ο υπηρέτης χλόμιασε από τον φόβο του κι έφυγε τρέχοντας, αφήνοντας πίσω του τα ψώνια και το μουλάρι. Λαχανιασμένος, έφτασε στο σπίτι του αφέντη του.

«Αφέντη, αφέντη! Σε παρακαλώ, χρειάζομαι ένα άλογο και λίγα λεφτά για να φύγω τώρα αμέσως από την πόλη… Αν φύγω αμέσως, ίσως φτάσω στην Ταμούρ πριν το ηλιοβασίλεμα… Σε παρακαλώ, αφέντη, σε παρακαλώ!»

Ο κύριος τον ρώτησε τον λόγο αυτής της τόσο επείγουσας παράκλησης, και ο υπηρέτης τού διηγήθηκε κομπιάζοντας την συνάντησή του με τον θάνατο.

Ο κύριος του σπιτιού συλλογίστηκε για λίγη ώρα, έβγαλε ένα σακούλι με νομίσματα, του το έδωσε και του είπε:

«Εντάξει, ας είναι. Φύγε. Πάρε το μαύρο άλογο, το πιο γρήγορο που έχω.»

«Ευχαριστώ, αφέντη» είπε ο υπηρέτης.

Και, αφού του φίλησε τα χέρια, έτρεξε στον στάβλο, έζεψε το άλογο κι έφυγε γρήγορα προς την πόλη Ταμούρ.

Όταν ο υπηρέτης είχε πια χαθεί απ’ τα μάτια του, ο πάμπλουτος άντρας περπάτησε προς την αγορά ψάχνοντας τον θάνατο.

«Γιατί τρόμαξες τον υπηρέτη μου;» τον ρώτησε όταν τον είδε.

«Εγώ τον τρόμαξα;» ρώτησε ο θάνατος.

«Ναι» είπε ο πλούσιος άντρας. «Μου είπε ότι σήμερα διασταυρώθηκε μαζί σου κι ότι τον κοίταξες απειλητικά.»

«Εγώ δεν τον κοίταξα απειλητικά» είπε ο θάνατος. «Τον κοίταξα έκπληκτος. Δεν περίμενα να τον δω εδώ αυτό το απόγευμα, γιατί υποτίθεται ότι πρέπει να τον πάρω από την Ταμούρ απόψε την νύχτα.»

«Καταλαβαίνεις;» ρώτησε ο Φωτισμένος.

«Φυσικά και καταλαβαίνω, δάσκαλε. Το να προσπαθείς να ξεφύγεις από τα κακά είναι σαν να πηγαίνεις να τα ψάξεις. Αποφεύγοντας τον θάνατο πηγαίνεις να τον βρεις.»

«Έτσι είναι.»

«Πρέπει να σε ευχαριστήσω, δάσκαλε…» είπε ο άντρας. «Αισθάνομαι ότι από απόψε κιόλας θα κοιμάμαι πολύ ήσυχος έχοντας στον νου μου αυτήν την ιστορία, και θα σηκώνομαι ήρεμος κάθε πρωί…»

«Από απόψε κι έπειτα…» διέκοψε ο ηλικιωμένος, «δεν θα υπάρξουν άλλα πρωινά.»

«Δεν καταλαβαίνω» είπε ο άντρας.

«Τότε, δεν κατάλαβες την ιστορία.»

Ο άντρας, έκπληκτος, κοίταξε τον Φωτισμένο…

…και είδε πως η έκφραση του προσώπου του…

δεν ήταν πια η ίδια…

%d bloggers like this: